…Μουτζοποικιλία…

Η μούντζαμούτζα ή φάσκελο ή παράσημο της ανοιχτής παλάμης) είναι μια φιλική – τιμητική χειρονομία χαιρετισμού που συναντάται κυρίως στην Ελλάδα και την Κύπρο.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Απλή μούντζα

Η απλή μούντζα αποτελείται από το ένα χέρι. Ο μουντζών με μια αστραπιαία κίνηση φέρει τα δάχτυλα του ενός χεριού (αριστερό ή δεξί ανάλογα με τις πολιτικές του πεπειθήσεις) σε μεγαλύτερη δυνατή απόσταση μεταξύ τους, και εν συνεχεία απλώνει μονοκόμματα το χέρι αυτό προς τον δέκτη της μούντζας, με την παλάμη στρεμμένη προς τον δέκτη.

Διπλή μούντζα

Η διπλή μούντζα αποτελείται και από τα δύο χέρια. Ο μουντζών προετοιμάζει αθόρυβα με μια …γρήγορη κίνηση τα χέρια του, ώστε να έρθουν στην ίδια θέση με εκείνη της απλής μούντζας. Μετά εκτελεί με όποιο χέρι προτιμάει μια απλή μούντζα, και μετά ακολουθεί άλλη μια απλή μούντζα με το άλλο χέρι, το οποίο πρέπει να συγκρουστεί με το πρώτο, έτσι ώστε να ακουστεί το χαρακτηριστικό «πλατς».

Αν το δεύτερο χέρι έρθει αργά, τότε μιλάμε για επικό διπλοφάσκελο ή αρχοντική διπλή μούντζα, ενώ αν αυτό έρθει γρήγορα τότε μιλάμε για αιφνίδιο διπλοφάσκελο, 2-mountza combo ή διπλή μούντζα αστραπή[1]

Μούντζα με τα πόδια

Χρησιμοποιείται κυρίως από παιδιά νηπιακής έως σχολικής ηλικίας, αλλά και απο ανώριμα άτομα πασης φυσης γενικοτερα, που ελαφρώς ντρέπονται να μουντζώσουν με την ψυχή τους και χωρίς φόβο αλλά με πάθος.

Αυτοφασκέλωμα

Ενίοτε ο μουντζών στρέφει την παλάμη προς τον εαυτό του, οπότε μουντζών και δέκτης ταυτίζονται. Αυτό είναι το αυτοφασκέλωμα.

Μούντζα του [φακίρη][1]

Κυρίως ακροβατικής και καλλιτεχνικής αξίας μούντζα. Πρόκειται για τη διπλή μούντζα + μούντζα με τα πόδια (βλ. παραπάνω). Για να τη ρίξεις όμως χρειάζεται να σταθείς κάπου πάνω στην πλάτη σου, εξ ού και η ονομασία.

Συνοδευτικοί ήχοι

Η σωστή μούντζα συνοδεύεται από μια πληθώρα ήχων, έτσι εκτός από το «πλατς» της διπλής μούντζας ο μουντζών συνήθως ξεστομεί ιστορικές φράσεις η πιο γνωστή εκ των οποίων είναι “Πάρ’ τα”, υπάρχουν όμως κι άλλες όπως[2]:

  • «Να» (να ‘ταν τα νιάτα δυό φορές, τα γηρατεία καμμία)
  • «Όρσε» (ευτυχώς που έχω το Πεζό και όχι καμμία Πόρσε)
  • «Να, μαλάκα»
  • “ΝΝΝΝΝά [σχεδον παντα ακολουθειται και από το “μαλλλΑκα”]
  • «Παρ’ τα μωρή!» κτλ.

ΧΡΗΣΗ

Η μούντζα αποτελεί βασικό κομμάτι της καθημερινότητας του Έλληνα, όταν αυτός συναντάει άτομα που θεωρεί σημαντικά. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν περιπτώσεις που η μούντζα παίρνει μορφή τελετουργικού.

Στην οδήγηση

“Τρεις μούντζες έφαγα προχτές τις δυό στην Κατεχάκη, αχ λαχταρώ να ξαναδώ αυτόν μες το ταξάκι.”

Στην πολιτική ζωή

“Μουντζώστε με, μουντζώστε με, στα χέρια σας σηκώστε με!”

Στον αθλητισμό

Η μούντζα ενσαρκώνει κάθε ιδεώδες του αθλητισμού. Τόσο η απλή μούντζα, όσο και οι διάφορες διπλές μούντζες, χρησιμοποιούνται από τους φιλάθλους κατά κόρον, ώστε να επιβραβεύσουν αθλητές ή προπονητές, ακόμα και διαιτητές. Ενίοτε ψώνια αθλητές αυτοφασκελώνονται, όταν κάνουν παγκόσμια ρεκόρ. Η μούντζα είναι ο επίσημος χαιρετισμός του Ανεμοστρόβιλου Απάνου Κόρακα, προς τους αντιπάλους, όταν αυτοί έρχονται στο μέρος, ενώ το έμβλημα των Ολυμπιακών Αγώνων έχει τόσους κύκλους όσους και τα δάχτυλα της απλής μούντζας.

Ιστορία

Η μούντζα πρωτοσυναντάται στους προϊστορικούς χρόνους, όταν οι πιθηκάνθρωποι μουντζώνουν σπηλιέςς, χωρίς κανένα λόγο. Στη συνέχεια όλοι οι λαοί, φεύγοντας από τις μουντζωμένες σπηλιές άφησαν τις μούντζες πίσω τους, εκτός από τους Έλληνες, που τις διατηρούν μέχρι και σήμερα[4]. Μάλιστα παλαιοντολόγοι έχουν δείξει ότι ο αρχάνθρωπος των Πετραλώνων έχει μουντζώσει όλες τις σπηλιές και υπόγειες στοές της Αθήνας[5].

Πηγή:  http://frikipaideia.wikia.com/wiki/

 

 

Σημαντική πηγή πληροφόρησης σχετικά με την ετυμολογία της λέξης και την προέλευση του εθίμου είναι το slang.gr όπου μαθαίνουμε ότι:

Ετυμολογία: Κατά Ανδριώτη, Φυτράκη και Μπαμπινιώτη η μούντζα προέρχεται από το μσν. μούτζα > μούζα (= μαυρίλα), ίσως από το *μούντα > *μούντη > μσν. επίθ. μουντός. Κατά Γιαννουλέλλη και Μωυσιάδη, προέρχεται από το περσ. muzh (πάλι μουντός).

Προέλευση: Στο Βυζάντιο, η διαπόμπευση (βλ. μήδι 3) ήταν μια συνήθης συμπληρωματική τιμωρία, που συνόδευε τη φυλάκιση, τον ακρωτηριασμό ή τη θανάτωση. Ήταν «η περιαγωγή του καταδίκου και η παράδοσή του στη χλεύη, στους ονειδισμούς αλλά και στις βάναυσες επιθέσεις του όχλου». Η διαπόμπευση υπήρχε, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, από την αρχαιότητα, και στην Ανατολή και στην Ελλάδα και στη Ρώμη, αλλά οι Βυζαντινοί την ανήγαγαν σε τέχνη: πρώτον, συνέβαινε για ψύλλου πήδημα (όχι μόνο για εσχάτη προδοσία, αλλά και για μικροκλοπές και όλα τα ενδιάμεσα). Και δεύτερον, είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του κοινωνικού βίου. Ήταν συχνότατο φαινόμενο, πολλές φορές λάμβανε χώρα στον Ιππόδρομο και ο λαός έβγαζε έτσι τ’ απωθημένα του κι εκτονωνόταν. Μεγάλη υπόθεση, σε μια περίοδο που δεν το ‘χαν σε τίποτα να βγάλουν τα δικράνια και τους μπαλτάδες κι όποιον πάρει ο Χάρος. Ταυτόχρονα, αποτελούσε πολιτικό όπλο για τους άρχοντες (κοσμικούς και εκκλησιαστικούς), που πάντα καταδίκαζαν σε διαπόμπευση τον στασιαστή που απέτυχε, τον αυτοκράτορα ή πατριάρχη που μόλις εκθρόνισαν για να πάρουν τη θέση του, τον παπά ή τον ευγενή που τους έκανε κριτική. Εφόσον ο λαός συμμετείχε με χαρά στην τιμωρία και το διασυρμό του πολιτικού αντιπάλου, δε σκότωναν μόνο τον ίδιο, σκότωναν και το κύρος του και ό,τι αυτός πρέσβευε.

Η διαδικασία της διαπόμπευσης ήταν η εξής: Πρώτα έγδυναν τον κατάδικο, τον μαστίγωναν , τον κούρευαν και τον ξύριζαν. Τον έβαζαν καβάλα σε κάποιο όχι ιδιαίτερα ευγενές ζώο (συνήθως γάιδαρο) ανάποδα και συχνά τον υποχρέωναν να κρατάει την ουρά. Τον στεφάνωναν με σκόρδα και κρεμούσαν στο λαιμό του άντερα από το «χασαπειό» και κουδούνια. Και τον μουτζούρωναν, άλειφαν δηλαδή το πρόσωπό του με καπνιά. Αυτό το αναλάμβαναν άλλοτε οι δήμιοι στο στάδιο της προετοιμασίας, και άλλοτε ο όχλος στην πομπή: «μουτζούρωναν παλάμες και δάχτυλα με την καπνιά και τη γάνα των τσουκαλιών και των τζακιών, ζύγωναν τον «γαϊδουροκαθισμένο» και τον πασάλειβαν.» Από αυτή την κίνηση, μας έμεινε η μούντζα ως λέξη και ως χειρονομία. Όπως καθετί στην όλη διαδικασία, παραπέμπει στη χλεύη και στο ξεφτίλισμα.

Βέβαια, η διαπόμπευση δεν τέλειωνε εκεί, ούτε περιοριζόταν στο ψυχολογικό βασανιστήριο. Ο κατάδικος, και πριν και κατά τη διάρκεια, έτρωγε βρομόξυλο. Ο όχλος δεν τον πασάλειβε μόνο με καπνιά, αλλά του πέταγε και λάσπες, σάπια εντόσθια και ζαρζαβατικά, ούρα, κόπρανα, βραστό νερό, πέτρες και δε συμμαζεύεται. Και δεν κρατούσε απόσταση ασφαλείας: έσπαγε παΐδια, έβγαζε μάτια, ακρωτηρίαζε. Συχνά σκότωνε.

Η διαπόμπευση συνεχίστηκε επί Τουρκοκρατίας και ακόμα και στην ελεύθερη Ελλάδα, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα (όπου συνήθη θύματα ήταν οι πόρνες και οι μοιχαλίδες – οι μοιχοί ποτέ!). Χώρια οι «αναβιώσεις», όπως η μέθοδος Μπαϊρακτάρη για τους κουτσαβάκηδες και ο Νόμος 4000 περί τεντιμποϊσμού (βλ. μήδι 4). Και φυσικά εντυπώθηκε στη λαϊκή συνείδηση. Άλλα γλωσσικά κατάλοιπα του ευγενούς αυτού αθλήματος: αποσβολώνομαι (από την ασβόλη, την καπνιά δηλαδή), για το γάιδαρο καβάλα, (μ)πομπές («τις ξέρουμε τις μπομπές της!»), βγαίνω ασπροπρόσωπος (όχι μουτζουρωμένος), άντε να κουρεύεσαι, προπηλακίζω (ρίχνω λάσπες), θα σε συγυρίσω (περιφέρω στους δρόμους για διασυρμό), γίνομαι βούκινο (από τους σαλπιγκτές που προπορεύονταν της πομπής), του κρέμασαν κουδούνια.

http://www.slang.gr

Advertisements