Πόθος και πάθος

Το κορμί της Κλαούντιας ήταν ιδρωμένο.

Το φουστάνι της είχε κολλήσει πάνω στο σώμα της και αναδείκνυε τις τέλειες αναλογίες της. Οι ρώγες της είχαν γίνει πέτρα και η επιθυμία για σαρκική ηδονή κατέκλυζε όλο της το είναι.

Ο Πλωτίνος έλυσε την γραβάτα του, πλησίασε την Κλαούντια και με μια απότομη κίνηση της έσκισε το φόρεμα.

Η Κλαούντια ήταν πια γυμνή. Έφερε το δεξί της χέρι στον… καβάλο του Πλωτίνου, άγγιξε την σκληρή σάρκινη ρομφαία του πάνω από το παντελόνι και του είπε: «Είμαι η πουτάνα σου».

Ο Πλωτίνος –ανέκφραστος και χωρίς να πει λέξη- την πέταξε μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι, πήρε το μαστίγιο από την ντουλάπα και άρχισε να την μαστιγώνει στην κωλοχωρίστρα.

Η Κλαούντια ούρλιαζε από ευχαρίστηση. «Πιο δυνατά, πιο δυνατά» φώναζε, ενώ η ηδονή πλημμύριζε το κολασμένο κορμί της.

Καλά, ρε παιδιά, εδώ η χώρα έχει χρεοκοπήσει, άνθρωποι τρώνε από τα σκουπίδια, χιλιάδες μεταναστεύουν, και εσείς κάθεστε και διαβάζετε για το αν θα πηδήσει ο Πλωτίνος την Κλαούντια;

Ουστ, να μου χαθείτε να χάνεστε, παλιοθρασίμια! Βόδια των βοδιώνε!

 

Πηγή:  pitsirikos.net

Advertisements