`Ελενα Ακρίτα: “…μάτι δεν κλείνω πια τις νύχτες…”

Λάστ γίαρ…  δις γίαρ

Μάτι δεν κλείνω πια τις νύχτες. Ξαπλωμένη στο σκοτάδι, χαζεύω το ταβάνι. Δεν περνάνε οι ώρες… Μαρτύριο της σταγόνας τα δευτερόλεπτα… Τρέχα γύρευε τι μέτρα θα ανακοινωθούν στις 2, στις 3 μέσα στη μαύρη νύχτα…
Πέφτω να κοιμηθώ και δεν ξέρω αν το πρωί θα σηκωθώ χρεοκοπημένη. Με μια ελεγχόμενη (ή ανεξέλεγκτη) χρεοκοπημένη γυναίκα. Με μια ελεγχόμενη (ή ανεξέλεγκτη) αγανάκτηση. Με μια ελεγχόμενη (ή ανεξέλεγκτη) αγωνία.
Δεν ξέρω αν θα ξαπλώσω με ευρώ και θα ξημερωθώ με δραχμή. Ή και με μνα – γιατί όχι, εδώ που φτάσαμε; Μια χαρά ήταν το αρχαίο μας νόμισμα. Δεν ξέρω αν στις επόμενες εκλογές θα ρίξω στην κάλπη ψηφοδέλτιο ή όστρακο. Δεν ξέρω πόσοι θα σφαγούν στο θυσιαστήριο του τροϊκανού δωδεκάθεου. Δεν ξέρω αν θα βάλουν έκτακτη εισφορά στον μέλανα ζωμό. Τώρα που το σκέφτομαι – δεν ξέρω καν πώς μαγειρεύεται ο μέλας ζωμός. Ασε που ακρίβυναν και τα συστατικά του. Το κριθαρένιο αλεύρι και το αλάτι τα κουτσοβολεύω. Τον ζωμό χοιρινού – που προϋποθέτει κρέας – φοργκέτ ιτ! Κρέας λαστ γίαρ!
Δις γίαρ, έχω χάσει τα αυγά και τα καλάθια. Μου τα φορολογήσανε κι αυτά! Δεν ξέρω τι μου γίνεται, σε ποια χώρα ζω, ποια γλώσσα μιλάνε. Δεν ξέρω ποιοι είναι όλοι αυτοί με τα κοστούμια, τι μου λένε, γιατί μου το λένε. Δεν ξέρω τι να κάνω. Πώς να αντιδράσω, πώς να κινηθώ, πώς να αμυνθώ. Νιώθω σαν… το παιδί στη γωνιά που σηκώνει ένα τόσο δα χεράκι στο πρόσωπο για να αποφύγει τις απανωτές σφαλιάρες.
Ακουσα και τον Σαμαρά στη ΔΕΘ! Θα διαπραγματευτεί, και καλά, με τους δανειστές μας. Θα τους τρίξει τα δόντια και θα τους κάνει ντα! Να ‘ναι καλά ο χριστιανός, μ’ έκανε και γέλασα. Ο κόσμος χάνεται (ή χάθηκε;) κι ο Σαμαράς κάνει προεκλογικές φούρλες!
Και μπαίνει στο καπάκι κι ο Καραμανλής στην αίθουσα της ΔΕΘ. Κι οι παριστάμενοι χειροκροτούν όρθιοι. Ποιον; Τον αρχιτέκτονα του χάους. Ποιον; Τον αρχιμάστορα της καταστροφής. Αυτοί – αυτοί ακριβώς – που θα πληρώσουν τέλη, εισφορές, φόρους… Αυτοί ακριβώς που τους κόβουν μισθούς, επιδόματα, συντάξεις… Αυτοί οι ίδιοι αποθεώνουν έναν άνθρωπο – που ακολουθώντας το αγαστό παράδειγμα του κυρίου Ευθύμιου Λυμπερόπουλου – αντιμετώπισε τη χώρα σαν κούρσα ραδιοταξί: την πήγε από Κολιάτσου στο Παγκάρι, την παράτησε και δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ γι’ αυτήν. Πρωθυπουργός ήταν αυτός ή ταρίφας;
Οχι ότι κι ο Σημίτης έκοψε φλέβα. Αμέτοχος, απών, αδιάφορος, ανενεργός, ανύπαρκτος. Αυτοί είναι οι τέως πρωθυπουργοί μας. Κι εμείς τους ψηφίσαμε. Κι εμείς φταίμε. Γιατί φταίμε, ρε παιδιά. Φταίμε, έχουμε ευθύνες, πώς να το κάνουμε; Συνυπογράψαμε την ασυδοσία, το ρουσφέτι, το μέσον, τη λαμογιά, τη μίζα, την απαξία του κοινωνικού μας συστήματος. Βάλαμε τα χεράκια μας και βγάλαμε τα ματάκια μας. Κάποιοι από μας συνήλθαν έστω και αργά. Κάποιοι άλλοι ακόμα χειροκροτούν όρθιοι. Τι να πεις; Με γεια τους, με χαρά τους…
Κι όλα αυτά με μια κυβέρνηση που συνοψίζει τη στρατηγική της στη φράση «εγώ μιλώ στα σύννεφα κι αυτά μιλούν σε μένα»! Αλλ’ αντ’ άλλα τα μεγάλα. Μ’ αρέσει που και καλά δεν θα πήγαιναν διακοπές! Και στέναξαν τα ουζάδικα της παραλίας. Λαστ γίαρ είχαν πάθει τον πανικό της ακινησίας. Χάσανε την μπάλα, έκατσαν στον πάγκο και χαζεύει ένα άδειο γήπεδο. Ενα παιχνίδι που είχε τελειώσει ερήμην τους. Λαστ γίαρ.
Δις γίαρ μας πατάνε κάτω. Δεν τα φορολογούν πλέον τα ακίνητα: ΤΑ ΔΗΜΕΥΟΥΝ. Κανονικά. Οπως δημεύουν τις ζωές μας, το μέλλον των παιδιών μας, τις ελπίδες μας, τα όνειρά μας… Ολα στο σφυρί κι ας μας τα πάρει ο μεγαλύτερος πλειοδότης…
Εντάξει, το εμπέδωσα πια… Αυτό το κράτος με καλεί να παίξουμε σκάκι. Αλλά δεν με καλεί ως συμπαίκτη. Με καλεί ως πιόνι στη σκακιέρα… Δις γίαρ…
Πηγή:  tanea
Advertisements